Ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, η πτώση του Τείχους του Βερολίνου και η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης… Μετά από όλα αυτά τα ορόσημα, οι ευρωπαϊκές χώρες επένδυσαν στο χαρτί της «παγκοσμιοποίησης» και διαμόρφωσαν ένα σύστημα. Την ασφάλεια την ανέθεσαν στις ΗΠΑ και την παραγωγή στην Κίνα, ενώ η Ευρώπη με τα μέσα που διέθετε έχτισε ένα μέλλον βασισμένο στην ευημερία. Το σχέδιο αυτό, στο οποίο είχαν επιτυχία, σήμερα αντιμετωπίζει πολύ δύσκολες προκλήσεις.
Πριν από μερικά χρόνια, οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης απασχολούνταν με τις επιπτώσεις των ντιζελοκίνητων οχημάτων στην ατμόσφαιρα και σχεδίαζαν να εισπράττουν «φόρο άνθρακα» ακόμη και από κτηνοτρόφους, τον Φεβρουάριο του 2022 όμως ξύπνησαν σε μια νέα εποχή με τις ρωσικές στρατιωτικές φάλαγγες να φτάνουν στα σύνορα της Ουκρανίας.
Στη σημερινή κατάσταση υπάρχει μια Ευρώπη που βλέπει να αποσυρθεί η αμερικανική ομπρέλα προστασίας, που κάποια κοινά έργα στον αμυντικό τομέα έχουν παγώσει και που αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες στο να γνωρίζει τι και πώς θα παράγει.
Προτεραιότητα η συλλογική δράση ή τα εθνικά συμφέροντα;
Η απάντηση που θα δώσουν τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε αυτό το ερώτημα είναι κρίσιμη για το τι μας περιμένει στο άμεσο μέλλον.
Στο παρόν σκηνικό δεν είναι μυστικό ότι ορισμένα κράτη-μέλη της ΕΕ έχουν τοποθετηθεί απέναντι στην Τουρκία όσον αφορά συνεργασίες στον αμυντικό τομέα. Από τη μία υπάρχουν εκείνοι που δεν έχουν καμία επιρροή ούτε στο ΝΑΤΟ ούτε στην ΕΕ αλλά χρησιμοποιούν τα δικαιώματά τους στο βέτο απέναντι στην Τουρκία ως αντανάκλαση προσωπικών φιλοδοξιών.
Από την άλλη, υπάρχουν χώρες που, παρότι κατέχουν σημαντική θέση εντός της ΕΕ, βάζουν τα εθνικά τους συμφέροντα πάνω από το μέλλον της Ένωσης. Στην αντίληψη αυτών των χωρών, ανεξάρτητα από την πορεία που χαράσσει η ΕΕ, είναι εφικτό να οικοδομηθεί μια πολύ στενότερη, αμοιβαία επωφελής συνεργασία με την Τουρκία.
Μετά τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ μπορεί να δούμε μια διαφορετική διαδικασία
Δεν είναι τυχαίο ότι η Τουρκία μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα υπέγραψε διμερή έργα αμυντικής βιομηχανίας με χώρες όπως η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Γαλλία, η Ρουμανία και η Ιταλία. Διανύουμε μια περίοδο κατά την οποία χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, των Βαλκανίων και βασικοί παίκτες της ΕΕ χτυπούν την πόρτα της Άνκαρα για συνεργασίες στον αμυντικό τομέα.
Η βασική προσέγγιση εδώ είναι ότι η ασφάλεια έχει τεθεί πάνω από όλα τα άλλα θέματα.
Φυσικά προτεραιότητα είναι τα κράτη-μέλη της ΕΕ να ενεργούν συλλογικά, να αναπτύσσεται εντός της ηπείρου η παραγωγική υποδομή και να οικοδομηθεί μια ανεξάρτητη αμυντική προσέγγιση που να στέκεται στα πόδια της. Ωστόσο είναι συζητήσιμο πόσο διαθέτουν οι ευρωπαϊκές χώρες από την αναγκαία υποδομή, εργατικό δυναμικό και ικανότητα συλλογικής δράσης για να τα πετύχουν.
Επιπλέον, πρέπει να προσθέσουμε ίσως το πιο κρίσιμο στοιχείο: τον χρόνο. Σχεδόν όλοι συμφωνούν ότι η Ευρώπη δεν έχει μεγάλο χρονικό περιθώριο για να τα κάνει όλα μόνη της.
Όταν συνδυάζουμε όλα αυτά, γίνεται σαφέστερη η σημασία της Συνόδου του ΝΑΤΟ που θα φιλοξενηθεί από την Τουρκία, και ιδίως της γέφυρας που μπορεί να δημιουργήσει μεταξύ της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας και των χωρών μελών του ΝΑΤΟ και της ΕΕ.
Στο τέλος της ημέρας, η απόφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη συνεργασία με την τουρκική αμυντική βιομηχανία θα επηρεάσει άμεσα το κοντινό μέλλον της ηπείρου. Αν τα προϊόντα της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας βρουν διέξοδο στην Ευρώπη, είναι απολύτως πιθανό να συζητάμε μια πολύ διαφορετική ΕΕ...



















